Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2011

"Ο Σεφέρης για νέους αναγνώστες"



Διαδρομές
Σύλλογος προώθησης σύγχρονου πολιτισμού


Βιβλιοπαρουσίαση
Ο Σεφέρης για νέους αναγνώστες, φιλολογική επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης– Τάκης Καγιαλής,
εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2008.



Παρουσίαση: Μιχαήλ Χ. Ρέμπας, φιλόλογος.


Καβάλα
5 Ιανουαρίου 2009
Κυρίες και Κύριοι,

δεν είναι πάντα εύκολο να ξεκινά κάποιος από βασικές παραδοχές: στην «καλύτερη» περίπτωση, η ποίηση και η ποιητική του Σεφέρη, ο διανοητικός κόσμος, η ιδεολογία, οι γλωσσικές απόψεις, η πολιτική δράση –στο βαθμό που το επάγγελμα  προσδιορίζει τους όρους της καθημερινότητας όλων μας (ακόμη και των ποιητών)– το σύνολο, εν τέλει, της προσωπικότητας του ανθρώπου και του δημιουργού, είναι λίγο-πολύ γνωστά, ή τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύουμε οι παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ των λογοτεχνικών σπουδών, αλλά και της εκπαίδευσης· στη «χειρότερη» περίπτωση, σε αυτήν που αφορά τον μέσο μη-αναγνώστη, τον άνθρωπο δηλαδή που δεν διαβάζει συστηματικά ή δεν διαβάζει καθόλου, το όνομα «Σεφέρης» φαίνεται να είναι γνωστό –ή τουλάχιστον οικείο– κυρίως ως δηλωτικό, μόνον, ενός «μεγάλου» ή «σημαντικού» ποιητή, ενός «μοντέρνου» και κάποτε «σύγχρονου» (!) έλληνα ποιητή, αν μη τι άλλο, ενός από τους δύο έλληνες «νομπελίστες»…
Έτσι, ενώ η ποίηση του Σεφέρη αποτελεί βασικό πυλώνα του ελληνικού λογοτεχνικού κανόνα και είναι αδιαμφισβήτητη, εδώ και δεκαετίες, η θέση του στο αναλυτικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα –στο πλαίσιο της διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, αλλά και στο πλαίσιο των σχολικών εκδηλώσεων, αφού η ποίησή του μελοποιήθηκε, ενέπνευσε καλλιτέχνες πολλών και διαφορετικών πεδίων και τελικά λειτούργησε, και λειτουργεί, εξόχως «παιδευτικά», τόσο σε ποιητικό, όσο και σε αναφορικό επίπεδο– είναι μάλλον θολή η εικόνα του για τον μέσο αναγνώστη, καθώς περιορίζεται είτε σε θαμπές αναμνήσεις του σχολικού βίου, είτε σε ζητήματα εγκυκλοπαιδικών γνώσεων, πληροφοριακού χαρακτήρα, που είναι οπωσδήποτε χρήσιμα για επιτραπέζια ή και τηλεοπτικά παιχνίδια «γνώσεων», σίγουρα όμως, δεν επιτρέπουν τη βαθύτερη κατανόηση της ποιητικής του και, ακόμη περισσότερο, την ουσιαστικότερη απόλαυση της ποίησής του.  
Ταυτόχρονα, είναι γεγονός ότι χρόνο με το χρόνο η βιβλιογραφία που αφορά το σεφερικό έργο συνεχώς διογκώνεται, με την παρουσίαση εργασιών, μελετημάτων, μονογραφιών, ακόμη και διδακτορικών διατριβών, έργων που φιλοδοξούν να φωτίσουν επιπλέον όψεις του πολυσήμαντου και πολυεπίπεδου σεφερικού έργου· η συνεχώς διογκούμενη βιβλιογραφία μπορεί από τη μια να εμπλουτίζει τη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και τις γραμματολογικές μας σπουδές, από την άλλη, όμως, μπορεί να αποπροσανατολίζει ή να συσκοτίζει την εικόνα του συνολικού δημιουργικού έργου, κάθε λογοτέχνη, ιδίως όταν μιλούμε για περιπτώσεις «νέων» αναγνωστών, νέων τόσο ηλικιακά, όπως είναι οι μαθητές, όσο και «αναγνωστικά», όπως είναι οι κατ’ έθος ή εκ περιτροπής «αναγνώστες», που για διάφορους και διαφορετικούς λόγους δεν έτυχε να έρθουν σε μια εκ του σύνεγγυς συστηματικότερη επαφή με το δημιουργικό έργο κάποιου λογοτέχνη· και για την τελευταία αυτή περίπτωση υπονοώ ακόμη και τους φιλολόγους, τους κατεξοχήν δασκάλους που επωμίζονται την μεταβίβαση της ποιητικής αναγνωστικής εμπειρίας στους νέους. Βλέπετε, η πανεπιστημιακή εξειδίκευση από τη μια και η εντελώς ανορθόδοξη κατανομή των γνωστικών αντικειμένων στο σχολείο από την άλλη δεν επιτρέπουν πάντα να αναλαμβάνουν τη γλωσσική και τη λογοτεχνική διδασκαλία επιστήμονες ειδικοί στον τομέα της λογοτεχνικής θεωρίας και πράξης –πόσο μάλλον οι εξειδικευμένοι σε κάποια περίοδο ή σε κάποιο γένος ή είδος της λογοτεχνίας μας επιστήμονες…
Μέσα από αυτό το πρίσμα, και θεωρώντας σχεδόν εκ προοιμίου απαραίτητο το «άνοιγμα» σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του αναγνωστικού κοινού για έργα τόσο πλούσια όσο αυτό του Σεφέρη, θα προσπαθήσω να περιγράψω τη συνθετική μελέτη Ο Σεφέρης για νέους αναγνώστες, που κυκλοφόρησε πριν από ένδεκα περίπου μήνες με τη φιλολογική επιμέλεια των Ευριπίδη Γαραντούδη και Τάκη Καγιαλή και με την εκδοτική φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος· σε ένα δεύτερο επίπεδο, και σε διασύνδεση πάντα με την εν λόγω μελέτη, θα προσπαθήσω να θίξω αδρά κάποια βασικά ζητήματα της σεφερικής ποίησης και ποιητικής, αλλά και κάποια ζητήματα λογοτεχνικής θεωρίας, ενώ η όποια αναφορά σε βασικά κείμενα, κριτικά ή ερμηνευτικά, που αφορούν την ποίηση του Σεφέρη θα λειτουργήσει παραπληρωματικά ως προς την ανάδειξη των αρετών ή των ελλείψεων του πονήματος που μας απασχολεί.  
Ο παιδευτικός προσανατολισμός της συγκεκριμένης μελέτης οφείλεται, πρώτ’ απ’ όλα, στις ίδιες τις καταβολές της: ήδη από το «σαλόνι» της σελίδας τίτλου, αλλά και από το τέλος του Προλόγου, ο αναγνώστης πληροφορείται πως «η παρούσα έκδοση στηρίζεται στα αποτελέσματα ομότιτλου ερευνητικού προγράμματος που εκπονήθηκε στο Τμήμα Γλώσσας και Λογοτεχνίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, με χρηματοδότηση από το Υπουργείο Πολιτισμού στο πλαίσιο του Έτους Σεφέρη (2001)». Η επισήμανση αυτή φωτίζει, κατ’ αρχάς, τις επιλογές των επιμελητών σε σχέση με την ανθολόγηση τόσο των ποιητικών κειμένων, όσο και των συγκειμένων τους, των αποσπασμάτων δηλαδή που προέρχονται από ημερολόγια, επιστολές και δοκίμια του Σεφέρη και βρίσκονται σε συνεχή διάλογο με τα ποιητικά κείμενά του, αφού, όπως σημειώνουν οι ίδιοι οι επιμελητές, επελέγησαν «κείμενα κατάλληλα για μια πρώτη προσέγγιση της σεφερικής ποίησης και, παράλληλα, αντιπροσωπευτικά των σταδίων εξέλιξης του σεφερικού έργου» (σελ. 12).
Στο σημείο αυτό έγκειται η βασική πρωτοτυπία, και κατά τη γνώμη μου η βασικότερη αρετή, της συγκεκριμένης μελέτης· στο ότι, δηλαδή, αποπειράται μια «εισαγωγή» στο ποιητικό έργο του Σεφέρη όχι με την παραδοσιακή, ερμηνευτική προσέγγιση, αλλά εισάγοντας τον αναγνώστη στο «εργαστήρι του συγγραφέα». Σε αντίθεση, δηλαδή, με άλλες, καθ’ όλα έγκριτες και έγκυρες ερμηνευτικές εισαγωγές, όπως τη μελέτη του Mario Vitti Φθορά και λόγος – Εισαγωγή στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, ή τη μελέτη του Νάσου Βαγενά Ο ποιητής και ο Χορευτής – μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη, ή ακόμη και τη συναγωγή μελετών του Αλέξη Αργυρίου Δεκαεπτά κείμενα για τον Γ. Σεφέρη, μελέτες στις οποίες τα συγκείμενα των ποιητικών έργων χρησιμοποιούνται ευκαιριακά και οπωσδήποτε σε δεύτερο επίπεδο μιας εκ του σύνεγγυς κειμενικής ερμηνευτικής προσέγγισης, η μελέτη των Γαραντούδη-Καγιαλή επιφυλάσσει  στα συγκείμενα μια θέση ισότιμη με τα ποιητικά κείμενα, ενώ οι ερμηνευτικοί αρμοί μεταξύ ποιητικών κειμένων και συγκειμένων παρουσιάζονται διακριτικά, με μικρότερα στοιχεία και τόσο περιληπτικά, ώστε να μην επιβάλλουν στον αναγνώστη μια μοναδική, ερμηνευτικά κλειστή, θέση.
Δίνεται, έτσι, η ευκαιρία στον «νέο» αναγνώστη να κατανοήσει μια σειρά ζητημάτων της ποίησης του Σεφέρη, να αποκωδικοποιήσει μόνος του, ως ενεργός και αυτεξούσιος αναγνώστης - ερμηνευτής, κεντρικά σημεία των ποιητικών κειμένων, αλλά και να κατανοήσει εμβριθέστερα τις απόψεις του ποιητή για την τέχνη, τη γλώσσα, την ιστορία, την συλλογική ταυτότητα, τον ελληνισμό κ.ά.π. –με δυο λόγια, να κατανοήσει την ποιητική και την ιδεολογία του Σεφέρη. Κι επιμένω στο σημείο που επισημάνθηκε παραπάνω: όλα αυτά ο αναγνώστης αισθάνεται ότι τα καταφέρνει μόνος του, επικοινωνώντας απρόσκοπτα με τα κείμενα του ποιητή, δίχως τη διαμεσολάβηση ενός «αυθεντικού», «ακαδημαϊκού» και επομένως «εξουσιαστικού» ερμηνευτικού λόγου. Και σε μια εποχή σαν τη δική μας, κατά την οποία ο αναγνώστης πρωταγωνιστεί κατά βάση σε όποια θεωρητική προσέγγιση του λογοτεχνικού φαινομένου, το επίτευγμα αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό.
Πράγματι, η θεωρία της λογοτεχνίας, αφού επικεντρώθηκε στον συγγραφέα και την ιστοριοδιφική ερμηνευτική του εργοβιογραφισμού, ο οποίος ήκμασε στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ου αι., πέρασε στο κείμενο, είτε μέσω της μελέτης της ρητορικής και του ύφους των κειμένων, που εισήχθησαν από τον ρωσικό φορμαλισμό, είτε μέσω της μελέτης της δομικής διάρθρωσης και της δομικής αποδιάρθρωσης ή αναδιάρθρωσης, που καλλιέργησαν ο δομισμός και ο αποδομισμός αντίστοιχα, είτε ακόμη και μέσω της ανάδειξης της αφηγηματολογίας ως σημαίνουσας λογοτεχνικής και ερμηνευτικής πρακτικής, που εισήγαγαν, κατά τη δεκαετία του 1950, οι Genette, Booth, κ.ά., για να φτάσουμε, στα 1963, στον περιβόητο «θάνατο του συγγραφέα» που διεκήρυξε ο Barth· κι έκτοτε, με την εισαγωγή θεωρητικών εργαλείων, όπως του «ορίζοντα προσδοκιών» του Jauss ή του λογοτεχνικού «ρεπερτορίου» του Iser, είτε ακόμη της λογοτεχνικής «εγκυκλοπαίδειας» του Eco, η μετάβαση της λογοτεχνικής θεωρίας –επομένως και της ερμηνευτικής, στο βαθμό που επηρεάζεται από τη θεωρία– από το κείμενο στον αναγνώστη υπήρξε κάτι παραπάνω από φυσικό επακόλουθο. Υπ’ αυτήν, την έννοια, επομένως, οποιαδήποτε ερμηνευτική προσέγγιση προσπαθεί να εισαγάγει δυναμικά τον αναγνώστη στο «παιχνίδι» της αποκωδικοποίησης ενός λογοτεχνικού έργου –κι αυτό γίνεται με την μελέτη που μας απασχολεί– πρέπει να διαβαστεί ως μια σύγχρονη ματιά πάνω στα πράγματα, αφού συμβαδίζει και με τους θεωρητικούς προβληματισμούς της εποχής της.
Βοηθητική προς την κατεύθυνση αυτή και εξίσου σημαντική για τον αναγνώστη είναι η αποτελεσματικότητα της δομής του πονήματος των Γαραντούδη-Καγιαλή. Δομημένη σε πέντε ενότητες σταθερής διάρθρωσης, πετυχαίνει να διαμορφώσει μια συνολική εργοβιογραφική εικόνα του ποιητή, να φωτίσει τις βασικές όψεις της ποιητικής του και να αποκωδικοποιήσει τους εκφραστικούς του τρόπους, παρουσιάζοντας εν εξελίξει τους προβληματισμούς, τις επιρροές και τις επιλογές του ποιητή. Οι τέσσερις πρώτες ενότητες, δομημένες χρονολογικά, τιτλοφορούνται από τα αντίστοιχα στάδια της ζωής του Σεφέρη: «Ο νεανικός και πρώιμος Σεφέρης», «Ο προπολεμικός Σεφέρης», «Ο Σεφέρης στα χρόνια του πολέμου», «Ο μεταπολεμικός Σεφέρης»· η πέμπτη ενότητα, με τον τίτλο «Ο ανεπίσημος Σεφέρης»,  αφορά το ποιητικό έργο του Σεφέρη που δεν εκδόθηκε σε κάποια από τις συλλογές του, αλλά παρέμεινε περιστασιακό, υπηρετώντας  την ανάγκη του ποιητή να ασκηθεί στιχουργικά, να σατιρίσει ή να παρωδήσει, και ανέκδοτο, μέχρι το 1976, όταν ο φιλόλογος Γ. Π. Σαββίδης εξέδωσε τα 75 ποιήματα στον συγκεντρωτικό τόμο Τετράδιο Γυμνασμάτων, β΄· έτσι, η πέμπτη αυτή ενότητα αφορά ποιητικά κείμενα που διατρέχουν ολόκληρο τον δημιουργικό βίο του ποιητή, δηλαδή το διάστημα από τα 1931, όταν πρωτοεμφανίζεται με τη Στροφή, ώς τον θάνατό του, στα 1971.
 Σε καθεμιά από τις ενότητες προτάσσεται ένα σύντομο απόσπασμα από κάποιο δοκιμιακό, ημερολογιακό ή επιστολικό κείμενο του Σεφέρη, χαρακτηριστικό για το στάδιο της ζωής και του έργου που περιγράφεται στη συνέχεια. Εύστοχη αισθητική επιλογή των επιμελητών είναι και η ύπαρξη, στην αριστερή σελίδα και πριν την αρχή κάθε ενότητας, μίας φωτογραφίας του Σεφέρη, χαρακτηριστικής ως προς το στάδιο της ζωής του ποιητή που μελετά κάθε φορά ο αναγνώστης· με τον τρόπο αυτό, η μελέτη αποκτά χαρακτηριστικά κινηματογραφικού φιλμ ή ντοκιμαντέρ, όπου κάθε ενότητα θα μπορούσε να είναι κι ένα «επεισόδιο». Μετά το σύντομο, εισαγωγικό παράθεμα, ακολουθεί ένα ευσύνοπτο, εργοβιογραφικό «Χρονολόγιο», βασισμένο στο βιβλίο της Μαρίας Στασινοπούλου Χρονολόγιο – Εργοβιογραφία Γιώργου Σεφέρη 1900-1971 (με εξαίρεση, βέβαια, την πέμπτη ενότητα, που το περιεχόμενό της είναι ειδολογικό και όχι χρονολογικό)· στη συνέχεια παρατίθεται μια σύντομη ερμηνευτική και αξιολογική εισαγωγή, όπου ο υπεύθυνος για την κάθε ενότητα επιμελητής περιγράφει αδρά την σεφερική ποίηση κατά την αντίστοιχη περίοδο και επισημαίνει τα βασικά χαρακτηριστικά του ανθολογημένου ποιητικού έργου που ακολουθεί· με τον τρόπο αυτό, η καθεμιά εισαγωγή λειτουργεί παράλληλα και σαν ένας «οδηγός» για τον τρόπο που πρέπει να γίνει η συνανάγνωση των ποιητικών κειμένων με τα συγκείμενά τους, ώστε να διαφανεί η διασύνδεσή τους. Τέλος, στη συνέχεια παρατίθεται το πρώτο ποιητικό κείμενο και τα συγκείμενά του, το δεύτερο ποιητικό κείμενο και τα συγκείμενά του, κ.ο.κ.
Όπως επισημάνθηκε παραπάνω, τα κείμενα και τα συγκείμενα διασυνδέονται με σύντομα ερμηνευτικά σημειώματα των επιμελητών, τα οποία, όντας τυπωμένα με μικρότερα τυπογραφικά στοιχεία, προβάλλουν μια διακριτική ερμηνευτική πρόταση, ενώ παράλληλα καθοδηγούν την πρόσληψη του έργου από τον αναγνώστη με στόχο την ανάδειξη των βασικών γνωρισμάτων της σεφερικής ποίησης. Επιπλέον, η διατήρηση των σημειωμάτων, είτε του επιμελητή των ποιημάτων Γ. Π. Σαββίδη, είτε του ίδιου του ποιητή, αλλά και η αναφορά σημειώσεων άλλων κριτικών, που ούτως ή άλλως γίνεται με φειδώ και όπου είναι πραγματικά απαραίτητο, βοηθούν τον αναγνώστη όχι μόνο να κατανοήσει καλύτερα, αλλά και να απολαύσει περισσότερο την ποιητική εκφραστική και τον χειρισμό του ποιητικού λόγου του Σεφέρη.
Η αναγνωστική απόλαυση και η πρόσληψη του σεφερικού έργου υπηρετούνται και από την ευρύτητα του λογοτεχνικού και, γενικότερα, του πρωτότυπου συγγραφικού υλικού που παραθέτει και χρησιμοποιεί η μελέτη των Γαραντούδη-Καγιαλή: μέσα σε 400 περίπου σελίδες μικρού ογδόου, ανθολογούνται 35 ποιήματα, 2 αποσπάσματα του μοναδικού πεζού του Σεφέρη Έξι νύχτες στην Ακρόπολη, 37 δοκιμιακά αποσπάσματα από τις Δοκιμές, 49 επιστολικά, 69 ημερολογιακά και 12 αποσπάσματα από συζητήσεις – συνομιλίες του Σεφέρη. Οι αριθμοί είναι πράγματι εντυπωσιακοί· ωστόσο, οφείλουμε να πούμε ότι σε επίπεδο έκτασης τα δοκιμιακά αποσπάσματα είναι κατά βάση εκτενέστερα, ενώ πολλά από τα ημερολογιακά περιορίζονται ακόμη και σε τέσσερις με πέντε αράδες. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στο κειμενικό είδος των αποσπασμάτων, αλλά και στην ίδια την ποιητική του Σεφέρη: συνήθως, στα ημερολόγια του καταγράφει σπερματικά μια ιδέα ή μια θέση, την οποία αναπτύσσει με παραδειγματικές ή εμπειρικές αναφορές στις επιστολές ή τα δοκίμια του και εφαρμόζει ή όχι στο ποιητικό του έργο· ή αντίστροφα, με δεδομένο ότι ο Σεφέρης αξιολογούσε και επαναξιολογούσε συνεχώς το ποιητικό του έργο, τα δοκίμια ή οι επιστολές λειτουργούσαν ως αφορμές για να εκθέσει την ποιητική του, ενώ τα ημερολόγιά του για να σημειώσει μια άλλη προοπτική για ένα ήδη γραμμένο έργο του ή να αναστοχαστεί πάνω σε κάποια τετελεσμένη ποιητική δημιουργία του. Η παράθεση, επομένως, και η διασύνδεση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου εύρους συγκειμένων λειτουργεί πράγματι διαφωτιστικά για τον αναγνώστη και ανασημασιοδοτικά για πολλές πτυχές του σεφερικού έργου.
Παρ’ όλ’ αυτά, θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν είναι πράγματι αντιπροσωπευτική η ανθολόγηση των κειμένων που προτείνεται, αν επιτυγχάνεται πάντοτε με επιτυχία η διασύνδεση των ποιητικών κειμένων με τα συγκείμενά τους, αν διαμορφώνεται τελικά μια συγκεκριμένη εικόνα για το σεφερικό έργο ή, αντίθετα, αν ο αναγνώστης «χάνεται» μέσα στο ευρύτατο κειμενικό φάσμα που περιγράψαμε· απορίες εύλογες, που σε κάποιο βαθμό επαφίενται στις αναγνωστικές προσδοκίες του καθενός μας – αλλά και στην ικανότητά μας να τις ελέγξουμε.
Χωρίς να θέλω να μιλήσω αποφθεγματικά, νομίζω ότι η επιλογή των κειμένων  και το εύρος της ανθολόγησης εξυπηρετεί πράγματι τους στόχους της έκδοσης: μπορεί, προσωπικά, να απολαμβάνω περισσότερο το δεύτερο μέρος της Κίχλης, με τον τίτλο «Ο ηδονικός Ελπήνωρ», και όχι το ανθολογημένο πρώτο μέρος με τον τίτλο «Το σπίτι κοντά στη  θάλασσα»· μπορεί, ακόμη, να περίμενα σε μια τέτοια «εισαγωγική» ανθολογία και το ποίημα «Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ» από το Ημερολόγιο Καταστρώματος, β΄, και να μην το βρήκα. Ωστόσο, οι παρατηρήσεις αυτές, που είναι περισσότερο αισθητικές αντιλήψεις ή και απλές εντυπώσεις, έχουν να κάνουν με αυτό που λέμε γενικά «προσωπικό γούστο», και με ό,τι μπορεί αυτό να συνεπάγεται· οι επιλογές γίνονται βάσει συγκεκριμένων κριτηρίων και στόχων. Και νομίζω πως τόσο η χρηστικότητα και η αμεσότητα ως κριτήρια, όσο και η επιλογή των «νέων» αναγνωστών ως αναγνωστικού κοινού-στόχου εξυπηρετούνται από το αποτέλεσμα της επιλογής των ανθολογημένων ποιημάτων.
Παρ’ όλ’ αυτά, οφείλω να ομολογήσω ότι η απουσία βιβλιογραφικών παραπομπών και η παράθεση μιας ευσύνοπτης και αντιπροσωπευτικής βιβλιογραφίας στο τέλος αν όχι κάθε ενότητας, τουλάχιστον, όμως, στο τέλος της μελέτης, με έφερε σε αμηχανία· νομίζω ότι η παντελής έλλειψη μιας αντιπροσωπευτικής και σύντομης βιβλιογραφίας στερεί από τους «νέους» αναγνώστες τη δυνατότητα να τροφοδοτήσουν ή και να ανατροφοδοτήσουν την αναγνωστική τους εμπειρία με κάποια έργα κριτικής υποδομής και αναφοράς και να αντιληφθούν τον τρόπο ή τους τρόπους που ένα έργο προσλαμβάνεται τόσο συγχρονικά, όσο και διαχρονικά.
Αλλά και για το αν διαμορφώνεται στο τέλος της μελέτης μια εικόνα για τον σεφερικό ποιητικό κόσμο, νομίζω πως κάτι τέτοιο επιτυγχάνεται –κι αυτό είναι κάτι θετικό· μόνη μου επιφύλαξη, μήπως ο κόσμος αυτός, όπως διαμορφώνεται από τη μελέτη που μας απασχολεί, φαίνεται κλειστός και οριστικά οριοθετημένος. Μήπως, τελικά, ο «νέος» αναγνώστης διαμορφώνει για το ποιητικό έργο του Σεφέρη μια οριστικά μη ανατροφοδοτούμενη και ανασημασιοδοτούμενη ερμηνευτική θέση, οπότε μήπως τελικά η μελέτη αναιρεί τον πρωταρχικό της στόχο, την ερμηνεία δηλαδή του έργου μέσα από το «εργαστήρι του συγγραφέα», κάτι που συναρτάται με την ανατροφοδοτούμενη ερμηνεία, και άρα ο στόχος της αυτοαναιρείται;
Σύμφωνα με τους επιμελητές, ο χρηστικός χαρακτήρας της έκδοσης λειτουργεί αποτρεπτικά ως προς «την ανθολόγηση κειμένων από την ιδιαίτερα εκτεταμένη, πλέον, λογοτεχνική και φιλολογική κριτική του σεφερικού έργου» (σ. 13). Λυπούμαι, μα είμαι υποχρεωμένος να διαφωνήσω· σε συνέχεια των προηγουμένων, νομίζω πως εκτός από την παράθεση κάποιας βασικής, αντιπροσωπευτικής βιβλιογραφίας, θα ήταν χρήσιμη και η ύπαρξη ενός κριτικού ανθολογίου στο τέλος του βιβλίου, το οποίο θα διασφάλιζε τα πολλαπλά επίπεδα πρόσληψης των ποιητικών έργων· όπως επισημαίνει ο ίδιος ο Σεφέρης, «[το ποίημα Οι γάτες τ’ Άϊ-Νικόλα] είχε ένα συμβολισμό. Το συμβολισμό που του έδωσα εγώ, που είναι ο συμβολισμός του ποιητή. Άλλωστε, το ποίημα δεν είναι νομικό άρθρο. Ο καθένας μπορεί να το ερμηνεύσει όπως θέλει. Ακόμα και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα συντελεί στο να αποκτήσουν τα πράγματα κάποιο συμβολισμό. Και συνέβη να αποκτήσει το ποίημα αυτό πολλούς συμβολισμούς, τους οποίους δεν μπορώ να φορτωθώ εγώ» (σ. 375-376)· επομένως, η παράθεση πολλών ερμηνειών βοηθά, ιδίως τον «νέο» αναγνώστη, να διαμορφώσει τις πολλαπλές, πολύσημες «εικόνες» του ποιητικού έργου –και μάλιστα όταν αυτό λειτουργεί πολυεπίπεδα, όπως στην περίπτωση του Σεφέρη. 
Κλείνοντας, θα ήθελα να επιστρέψω στον παιδευτικό προσανατολισμό του συγκεκριμένου πονήματος· τα τελευταία χρόνια έχουμε κατακλυστεί από σχολικά «βοηθήματα» αμφίβολης ποιότητας και αποτελεσματικότητας – ελάχιστα, απ’ όσο τουλάχιστον είμαι σε θέση να κρίνω, μπορούν να ξεφύγουν από το επίπεδο του ευτελούς «λυσσαρίου»· οι νέοι αναγκάζονται, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, να απομνημονεύουν διάφορα «τσιτάτα», ενώ το πανελλαδικώς εξεταζόμενο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στην Γ΄ τάξη του Λυκείου τούς εισάγει και στον παπαγαλισμό λίγου Πολίτη, λίγου Δημαρά, μιας δόσης Σαββίδη, ώστε να επέλθει το μαγικό…19! Αλλά και οι ώριμοι αναγνώστες, αν δεν πελαγοδρομούν στις παντός είδους πληροφορίες που προσφέρει το ιντερνέδιο, χάνονται μεταξύ αναρίθμητων λογοτεχνικών περιοδικών ή διαφόρων μελετημάτων που γράφονται πολλές φορές για να εξυπηρετήσουν τους θεωρητικούς στόχους των μελετητών – και όχι για να φωτίσουν εκ νέου τα λογοτεχνικά έργα. Μέσα σε ένα τέτοιο εκπαιδευτικό και αναγνωστικό περιβάλλον, συνθετικές εργασίες τέτοιου είδους, όπως Ο Σεφέρης για νέους αναγνώστες, και χρήσιμο είναι να υπάρχουν και αναγκαίο, αφού, αν μη τι άλλο, δείχνουν ότι σέβονται τα ίδια τα κείμενα, τους δημιουργούς, αλλά και τους πιθανούς αναγνώστες.-